Η γνώση ως ο πόρος της νέας οικονομίας
Στη Δύση υπάρχει έντονο ενδιαφέρον για τη γνώση. Διακεκριμένοι συγγραφείς και ηγέτες στον χώρο του μάνατζμεντ, όπως ο Πίτερ Ντράκερ, ο Άλβιν Τόφλερ, ο Τζέιμς Μπράιαν Κουίν και ο Ρόμπερτ Ράιχ, προαναγγέλλουν την άφιξη της νέας οικονομίας και της κοινωνίας της γνώσης. Στη νέα οικονομία η γνώση δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη πόρο, παράλληλο με τους παραδοσιακούς συντελεστές της παραγωγής —εργασία, κεφάλαιο και γη—, αλλά τον μοναδικό πόρο που έχει νόημα στη σύγχρονη εποχή. Το ότι η γνώση έχει γίνει πλέον ο πόρος και όχι ένας πόρος είναι αυτό που καθιστά μοναδική την κοινωνία της γνώσης (Drucker, 1993).
Η γνώση είναι η πηγή της ανώτατης ισχύος και το κλειδί για την επερχόμενη μετατόπιση της εξουσίας. Δεν λειτουργεί πλέον συμπληρωματικά προς τη δύναμη του χρήματος και τη μυϊκή δύναμη, αλλά αποτελεί την ίδια την ουσία τους. Γι’ αυτό η μάχη για τον έλεγχο της γνώσης και των μέσων επικοινωνίας μαίνεται σε ολόκληρο τον κόσμο, και η γνώση θα αντικαταστήσει τελικά όλους τους άλλους πόρους (Toffler, 1990).
Η οικονομική ισχύς και η παραγωγική δύναμη της σύγχρονης επιχείρησης βασίζονται περισσότερο στις πνευματικές της ικανότητες και στις υπηρεσίες που προσφέρει παρά στα περιουσιακά της στοιχεία (γη, εγκαταστάσεις, εξοπλισμός). Η αξία των περισσότερων προϊόντων και υπηρεσιών εξαρτάται από το πώς μπορούν να αναπτυχθούν τα «άυλα αγαθά που βασίζονται στη γνώση», όπως η τεχνολογική τεχνογνωσία, ο σχεδιασμός προϊόντων, ο τρόπος προώθησής τους στην αγορά, η κατανόηση του πελάτη, η προσωπική δημιουργικότητα και η καινοτομία (Quinn, 1992).
Οι συγγραφείς αυτοί συμφωνούν ότι το μέλλον ανήκει στους ανθρώπους που είναι προικισμένοι με γνώση.
Τι είναι γνώση;
Η ιστορία της φιλοσοφίας, από την αρχαία Ελλάδα έως σήμερα, μπορεί να θεωρηθεί μια διαδικασία αναζήτησης απάντησης στο ερώτημα «τι είναι γνώση;». Οι δυτικοί φιλόσοφοι γενικά δέχονται ότι η γνώση είναι «αιτιολογημένη αληθής πεποίθηση», έννοια που συζητήθηκε πρώτα από τον Πλάτωνα (Μένων, Θεαίτητος). Σύμφωνα με την παραδοσιακή επιστημολογία, η γνώση πρέπει να ικανοποιεί τις ακόλουθες συνθήκες. Για να γνωρίζει το άτομο Α κάτι (την πρόταση Π), πρέπει:
- η Π να είναι αληθής (συνθήκη αλήθειας)·
- το Α να πιστεύει ότι η Π είναι αληθής (συνθήκη πεποίθησης)·
- η πεποίθηση του Α ότι η Π είναι αληθής να είναι αιτιολογημένη (συνθήκη αιτιολόγησης).
Σύμφωνα με τη συνθήκη αλήθειας, η γνώση ενός ατόμου για κάτι δεν υπάρχει, εκτός αν η πρόταση είναι αληθής.
Ο ορισμός αυτός δεν είναι λογικά τέλειος. Αν η γνώση είναι «αιτιολογημένη αληθής πεποίθηση», τότε η πεποίθησή μας ότι κάτι είναι αληθές δεν συνιστά γνώση, εφόσον υπάρχει η πιθανότητα —έστω και απειροελάχιστη— να είναι λανθασμένη.
Ορθολογισμός και εμπειρισμός
Στη δυτική φιλοσοφία υπάρχουν δύο μεγάλες παραδόσεις:
- Ο ορθολογισμός υποστηρίζει ότι η αληθινή γνώση δεν είναι προϊόν της αισθητηριακής εμπειρίας, αλλά μιας ιδανικής νοητικής διαδικασίας. Υπάρχει δηλαδή μια «εκ των προτέρων γνώση», που δεν χρειάζεται να αιτιολογηθεί με βάση τις αισθητηριακές εμπειρίες· η απόλυτη αλήθεια συνάγεται με λογικούς συλλογισμούς που βασίζονται σε αξιώματα. Κλασικό παράδειγμα αποτελούν τα μαθηματικά.
- Ο εμπειρισμός υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει «εκ των προτέρων γνώση» και ότι η μόνη πηγή γνώσης είναι η αισθητηριακή εμπειρία. Τα πάντα στον κόσμο έχουν μια εγγενώς αντικειμενική ύπαρξη· ακόμη και όταν κάποιος έχει μια απατηλή αντίληψη, το γεγονός και μόνο ότι κάτι έγινε αντιληπτό είναι σημαντικό. Κλασικό παράδειγμα αποτελεί η πειραματική επιστήμη.
Βασική διαφορά μεταξύ ορθολογισμού και εμπειρισμού είναι η μέθοδος απόκτησης της γνώσης:
- ο ορθολογισμός υποστηρίζει ότι η γνώση αποκτάται παραγωγικά, με την προσφυγή σε νοητικές κατασκευές όπως οι έννοιες, οι νόμοι και οι θεωρίες·
- ο εμπειρισμός υποστηρίζει ότι η γνώση παράγεται επαγωγικά, από συγκεκριμένες αισθητηριακές εμπειρίες.
Πλάτωνας – Αριστοτέλης
Ο Πλάτωνας ήταν ο πρώτος που δημιούργησε ένα πλαίσιο σκέψης για τη γνώση από την ορθολογιστική σκοπιά, αναπτύσσοντας τη θεωρία των ιδεών: η ιδέα μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο με «τα μάτια του νου» και αποτελεί το υπέρτατο ιδανικό. Ο Αριστοτέλης, μαθητής του Πλάτωνα, επέκρινε τον δάσκαλό του υποστηρίζοντας ότι η θεωρία των ιδεών είναι λανθασμένη· κατά τον ίδιο, κάθε μεμονωμένο πράγμα συνίσταται από μορφή και ύλη, και η γνώση των μορφών πηγάζει πάντοτε από την αισθητηριακή αντίληψη.
Καρτέσιος – Λοκ
Ο ορθολογισμός της ηπειρωτικής Ευρώπης και ο βρετανικός εμπειρισμός κληρονόμησαν αντίστοιχα τις θεωρίες του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, μέσω διαφόρων φιλοσόφων που επηρεάστηκαν από αυτές.
Ο Καρτέσιος, στον Λόγο περί της μεθόδου (1637), πρότεινε τέσσερις κανόνες ορθολογικής σκέψης:
- Να μη δέχομαι τίποτα ως αληθές, αν δεν το αναγνωρίζω σαφώς ως τέτοιο· δηλαδή να αποφεύγω επιμελώς τη βιασύνη και την προκατάληψη στις κρίσεις μου και να μη δέχομαι τίποτα περισσότερο από ό,τι παρουσιάζεται στον νου μου με τόση ευκρίνεια και σαφήνεια, ώστε να μην μπορώ να το αμφισβητήσω με κανέναν τρόπο.
- Να διαιρώ καθεμιά από τις δυσκολίες που εξετάζω σε όσο το δυνατόν περισσότερα μέρη, και πάντως σε όσα χρειάζονται ώστε να λυθεί το πρόβλημα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
- Να οδηγώ τους στοχασμούς μου με τη σωστή σειρά, αρχίζοντας από τα πιο απλά και εύληπτα αντικείμενα, για να προχωρήσω λίγο-λίγο, βαθμηδόν, στη γνώση των πιο σύνθετων· υποθέτοντας μια σειρά, ακόμη και φανταστική, ανάμεσα σε εκείνα που δεν ακολουθούν φυσική σειρά.
- Να κάνω πάντοτε πλήρεις απαριθμήσεις και γενικές ανασκοπήσεις, ώστε να είμαι βέβαιος ότι δεν παρέλειψα τίποτα.
Υποστήριζε ότι η απόλυτη αλήθεια μπορεί να συναχθεί μόνο από την πραγματική ύπαρξη ενός «σκεπτόμενου εαυτού» —«Σκέφτομαι, άρα υπάρχω».
Ο Τζον Λοκ, θεμελιωτής του βρετανικού εμπειρισμού, υποστήριζε ότι τα πράγματα που υπάρχουν στον πραγματικό κόσμο είναι από τη φύση τους αντικειμενικά. Παρομοίασε τον ανθρώπινο νου με «λευκό χαρτί, κενό από χαρακτήρες» (tabula rasa), που δεν φέρει εκ των προτέρων καμία ιδέα. Υποστήριξε ότι μόνο η εμπειρία μπορεί να εφοδιάσει τον νου με ιδέες και ότι υπάρχουν δύο είδη εμπειρίας:
- η αίσθηση, δηλαδή η αισθητηριακή αντίληψη, που είναι «η μεγάλη πηγή των περισσότερων ιδεών μας»·
- ο στοχασμός, δηλαδή «η αντίληψη των εσωτερικών λειτουργιών του νου μας», που είναι «η άλλη πηγή από την οποία η εμπειρία εφοδιάζει τη νόηση με ιδέες».
Καντ, Χέγκελ και Μαρξ
Ο Καντ συνένωσε τα δύο ρεύματα, τον ορθολογισμό και τον εμπειρισμό. Υποστήριξε ότι η εμπειρία αποτελεί τη βάση της γνώσης, δεν δεχόταν όμως ότι είναι η μοναδική της πηγή. Χαρακτηριστικά έγραψε ότι, παρότι κάθε γνώση μας αρχίζει με την εμπειρία, αυτό δεν σημαίνει ότι όλη πηγάζει από αυτήν (Κριτική του καθαρού λόγου, Εισαγωγή). Η γνώση προκύπτει μόνο όταν συνεργάζονται η λογική σκέψη του ορθολογισμού και η αισθητηριακή αντίληψη του εμπειρισμού.
Ο Χέγκελ υποστήριζε ότι τόσο ο νους όσο και η ύλη προέρχονται από το «Απόλυτο Πνεύμα» μέσα από μια διαλεκτική διαδικασία. Η διαλεκτική είναι η δημιουργία μιας σύνθεσης που συμφιλιώνει τη θέση και την αντίθεση, απορρίπτοντας ό,τι δεν είναι ορθολογικό και διατηρώντας ό,τι είναι. Η γνώση, κατά τον Χέγκελ, ξεκινά από την αισθητηριακή αντίληψη, η οποία γίνεται ολοένα πιο υποκειμενική και ορθολογική μέσα από έναν διαλεκτικό εξαγνισμό των αισθήσεων, για να φτάσει στο στάδιο της αυτογνωσίας του «Απόλυτου Πνεύματος». Η αυτοσυνειδησία του «Απόλυτου Πνεύματος» είναι η υψηλότερη μορφή γνώσης.
Ο Μαρξ συνδύασε τη διαλεκτική του Χέγκελ με τις αναδυόμενες κοινωνικές επιστήμες της εποχής του. Απέρριψε την αφηρημένη, ιδεαλιστική φιλοσοφία του Χέγκελ, η οποία δεν μπορούσε να εξηγήσει τη δυναμική αλληλεπίδραση του ανθρώπου με το περιβάλλον του. Η αντίληψη είναι μια αλληλεπίδραση μεταξύ του νοούντος (υποκείμενο) και του νοουμένου (αντικείμενο). Η γνώση αποκτάται μέσα από την ενασχόληση με τα πράγματα, δηλαδή μέσα από τη δράση, και η αλήθεια της γνώσης πρέπει να αποδεικνύεται στην πράξη. Το ενδιαφέρον του Μαρξ δεν εστιαζόταν στη γνώση καθαυτή, αλλά στο πώς θα ερμηνευτεί ο κόσμος ώστε να αλλάξει.
Η ιαπωνική προσέγγιση
Τις δυτικές αντιλήψεις περί ορθολογισμού δεν τις συναντά κανείς στην ιαπωνική —και ευρύτερα ανατολική— πνευματική παράδοση, η οποία βασίζεται κατά κύριο λόγο στον συνδυασμό των διδασκαλιών του βουδισμού και του κομφουκιανισμού. Χαρακτηριστικά της γνωρίσματα είναι:
- η ενότητα ανθρώπου και φύσης·
- η ενότητα σώματος και νου·
- η ενότητα του εαυτού και του άλλου,
που αποτελούν το θεμέλιο της γνώσης.
Πηγές
- Drucker, P. F. (1993). Post-Capitalist Society. New York: HarperBusiness.
- Toffler, A. (1990). Powershift: Knowledge, Wealth, and Violence at the Edge of the 21st Century. New York: Bantam Books.
- Quinn, J. B. (1992). Intelligent Enterprise. New York: The Free Press.
- Reich, R. B. (1991). The Work of Nations. New York: Alfred A. Knopf.
- Πλάτων, Μένων· Θεαίτητος.
- Descartes, R. (1637). Discours de la méthode (Λόγος περί της μεθόδου).
- Locke, J. (1690). An Essay Concerning Human Understanding, Βιβλίο II, κεφ. 1.
- Kant, I. (1781/1787). Kritik der reinen Vernunft (Κριτική του καθαρού λόγου), Εισαγωγή.
- Hegel, G. W. F. (1807). Phänomenologie des Geistes (Φαινομενολογία του πνεύματος).
- Marx, K. (1845). Thesen über Feuerbach (Θέσεις για τον Φόιερμπαχ).
- Nonaka, I. & Takeuchi, H. (1995). The Knowledge-Creating Company. New York: Oxford University Press, κεφ. 2.

